«Λιακάδα επί των Λίθων»

2026-02-19

Επάνω εις τον παλαιόν λιθόκτιστον τοίχον, όπου αι πέτραι εσχημάτιζον άτακτον αλλ' ευσταθή αρμονίαν, εκάθητο μία γάτα πυρρόχρους, με βλέμμα ησύχιον και ελαφρώς μελαγχολικόν. Ο ήλιος του χειμώνος, γλυκύς και αμυδρός, εχάιδευε το τρίχωμά της και το εχρύσιζε ως στάχυ ώριμον εις το τέλος του θέρους.

Η οικία όπισθεν αυτής, ασβεστωμένη και σεμνή, εφαίνετο ως καταφύγιον απλών ψυχών· και τα γυμνά κλωνάρια της συκιάς, απλωμένα ως ικετευτικά χέρια, εμαρτύρουν ότι ο καιρός ήτο σκληρός, πλην ουχί άκαρπος.

Η γάτα αύτη, την οποίαν οι περίοικοι ωνόμαζον Ριρή, δεν ήτο μόνη εις τον κόσμον, αν και ούτως εφαίνετο. Κάτωθεν του τοίχου, εις την σκιά των λίθων, περιεπλανᾶτο συχνά μία ετέρα, μικροτέρα και ταχύτερα, με μάτια ζωηρά και ουράν ανήσυχον· ο Μάρκος. Εκείνος εζήλευε τον ήλιον της Ριρής, πλην ουχί εκ κακίας, αλλ' εκ λαχτάρας διά ολίγην γαλήνην.

Την ημέραν εκείνην, καθώς η Ριρή είχε κλείσει τους οφθαλμούς και εφαίνετο ως να προσεύχεται εις την σιωπήν, ο Μάρκος ανέβη προσεκτικώς τας πέτρας. Δεν ετόλμησε να ομιλήσει, διότι αι γάτες, ως και αι ταπειναί ψυχαί των ανθρώπων, πολλάκις αγαπώσιν εν σιωπή. Εκάθησε πλησίον της, ουχί πολύ εγγύς, αλλ' όσον η καρδία του επέτρεπεν.

Η Ριρή ήνοιξε βραδέως τους οφθαλμούς. Δεν εταράχθη. Μόνον εκίνησε την ουράν της ελαφρώς, ως σημείον αποδοχής. Και ο ήλιος, βλέπων την άφωνον εκείνην συμφιλίωσιν, εφώτισε και τους δύο εξ ίσου.

Ούτως, επί του ταπεινού εκείνου τοίχου, εσχηματίσθη μία μικρά κοινωνία, άνευ λόγων, άνευ όρκων, αλλ' με μίαν συντροφικότητα ήτις δεν εγράφη ποτέ εις βιβλία, πλην εχαράχθη εις τας πέτρας και εις τας σιωπάς.

Διότι και αι γάτες, καθώς και οι άνθρωποι, ζητούσιν ουχί μεγάλας χαράς, αλλά μίαν λιακάδα κοινήν, διά να γείρουν ολίγον το βάρος της υπάρξεώς των.

Σταματίνα Κ. Καρελιώτη Φεβ' 2026